Κωνσταντίνος Πολυχρονόπουλος: Φωτογραφία τον δείχνει να παίζει φρουτάκια σε πρακτορείο - «Ήταν καλός παίκτης» λέει η ιδιοκτήτρια
διάσταση, παίρνει/τρώει χρόνο βλ. χρόνος, παίρνουν (κάποιον) τα χρόνια βλ. χρόνος, παίρνω (και) τα σώβρακα (κάποιου) βλ. σώβρακο, παίρνω (κάποιον) από πίσω/από κοντά βλ. πίσω, παίρνω (κάποιον) στο κατόπι βλ. κατόπι, παίρνω (κάποιον) στο λαιμό μου βλ. λαιμός, παίρνω (κάποιον) φαλάγγι βλ. φαλάγγι, παίρνω (κάτι) επί πόνου βλ. πόνος, παίρνω (κάτι) τοις μετρητοίς βλ. μετρητοίς, παίρνω (μια) ανάσα βλ. ανάσα, παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι βλ. ζεστός, παίρνω άδεια από τη σημαία βλ. σημαία, παίρνω αέρα/τον αέρα μου βλ. αέρας, παίρνω αμπάριζα βλ. αμπάριζα, παίρνω αμπάριζα και βγαίνω βλ. αμπάριζα, παίρνω ανάποδες (στροφές) βλ. ανάποδος, παίρνω ανοιχτά τη στροφή βλ.
Συνολικά συνελήφθησαν 36 μέλη του κυκλώματος και 2 πελάτες σε παράνομη λέσχη - Στη δικογραφία περιλαμβάνονται άλλα 100 μέλη της εγκληματικής οργάνωσης
αυτί, μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου βλ. μυαλό, να το πάρει το ποτάμι; βλ. ποτάμι, νύχτα (το) πήρες το δίπλωμα; βλ. νύχτα, όποιον πάρει η μπάλα βλ. μπάλα, παίρνει μπρος/μπροστά βλ.
1. Ενημερώσου από τις αξιολογήσεις μας
εμπρός, παίρνει σειρά βλ. σειρά, παίρνει στροφές βλ. στροφή, παίρνει στροφές/το μυαλό του παίρνει στροφές βλ. στροφή, παίρνει την ανιούσα βλ. ανιών, παίρνει την κατιούσα βλ. ανοιχτά, παίρνω από το χέρι βλ. χέρι, παίρνω απουσίες βλ. απουσία, παίρνω γραμμή βλ.
- Με ξινή γεύση: lemon, lime, grapefruit, cranberry
- Για σαλάτες φρούτων: apple, pear, grapes, orange segments
- Πολύ μικρά μούρα: blueberry, blackberry, raspberry, currant
- Συχνά σε κονσέρβες: peach, pear, pineapple, fruit cocktail
γραμμή, παίρνω δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω θέση για/σε κάτι βλ. θέση, παίρνω κάποιον με το μέρος μου βλ. μέρος, παίρνω κάποιον/κάτι από φόβο βλ. φόβος, παίρνω κάποιον/κάτι γραμμή βλ. γραμμή, παίρνω κάτι (ε)πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, παίρνω κεφάλι βλ. κεφάλι, παίρνω όρκο βλ. όρκος, παίρνω πάνω μου την αμαρτία βλ. αμαρτία, παίρνω παραμάζωμα βλ. παραμάζωμα, παίρνω πίσω βλ. πίσω, παίρνω σβάρνα βλ.
Τι είναι τα τζάκποτ στα slots;
κατιών, παίρνει την κάτω βόλτα βλ. βόλτα, παίρνει την πάνω βόλτα βλ. βόλτα, παίρνει το μάτι μου (κάποιον/κάτι) βλ. μάτι, παίρνει ύφος βλ. λάσπη, παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις βλ. σβάρνα, παίρνω στην πλάκα κάποιον/κάτι βλ. πλάκα, παίρνω στο κυνήγι (κάποιον) βλ. κυνήγι, παίρνω τα (όρη και τα) βουνά βλ. βουνό, παίρνω τα μέτρα (κάποιου) βλ. μέτρο, παίρνω τα μούτρα μου και .. βλ. μούτρο, παίρνω τα πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, παίρνω την παρθενιά βλ. παρθενιά, cas φρουτάκια παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου βλ. αίμα, παίρνω το δισάκι μου (στον ώμο) βλ. δισάκι, παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω βλ. καπέλο, παίρνω το κεφάλι (κάποιου)/κεφάλια βλ. κεφάλι, παίρνω το κολάι βλ. κολάι, παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, παίρνω το(ν) δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω τον αέρα κάποιου βλ. αέρας, παίρνω τον καλό δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω τους δρόμους βλ. δρόμος, παίρνω ύψος βλ. ύψος, παίρνω φόρα βλ. φόρα1, παίρνω χρήματα βλ. χρήμα, παίρνω χρώμα βλ. χρώμα, παίρνω/αναλαμβάνω (το) ρίσκο/(τα) ρίσκα βλ. ρίσκο, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά, παίρνω/βλέπω κάτι στραβά βλ. στραβός, παίρνω/κάνω μάτι βλ. μάτι, παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις βλ. απόσταση, παίρνω/λαμβάνω τον λόγο βλ. λόγος, παίρνω/παντρεύομαι κάποιον με παπά και με κουμπάρο βλ. κουμπάρος, κουμπάρα, παίρνω/πιάνω κάποιον μονότερμα βλ. μονότερμα, παίρνω/πιάνω τα όπλα βλ. όπλο, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, παίρνω/τρώω την (πρώτη) κρυάδα βλ. κρυάδα, πάρ' τα (να μη στα χρωστάω)! βλ. χρωστώ, πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» βλ. γάμος, πήρε των ομματιών του/τα μάτια του βλ. ομμάτιον, πιάνω/παίρνω το μήνυμα (κάποιου) βλ. μήνυμα, πιάνω/παίρνω φωτιά βλ. φωτιά, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, το παίρνω πατριωτικά βλ. πατριωτικός, το πήρε αλλιώς βλ. αλλιώς, το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη βλ. ανάποδα, το πήρε άσχημα βλ. άσχημος, το πήρε βαριά βλ. βαρύς, το πήρε ελαφριά βλ. ελαφρύς, το πήρε καλά βλ. καλά, το πήρε κατάκαρδα βλ.
- Για γαρνιτούρες και διακόσμηση: strawberry, kiwi slices, mint, cherry
- Που τρώγονται συχνά με φλούδα: apple, pear, grape, peach (αναλόγως)
- Με υψηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνη C: orange, kiwi, strawberry, guava
- Που χρησιμοποιούνται σε ξηρούς καρπούς: almond, walnut, hazelnut (τεχνικά δεν είναι φρούτα-φρουτάκια)
κατάκαρδα, το πήρε προσωπικά βλ. προσωπικός, τον παίρνει/πιάνει (ο) πόνος για κάτι/κάποιον βλ. πόνος, τον πάνε/τον παίρνουν τέσσερις βλ. τέσσερις, του πήρε την ταυτότητα βλ. ταυτότητα, τραβάει/παίρνει τον ανήφορο/την ανηφόρα βλ. ανήφορος, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) βλ.
Με ή χωρίς άδεια, ίδια συνταγή
μέτρο, λαμβάνω/παίρνω υπόψη βλ. λαμβάνω, ληγμένα παίρνεις/πίνεις; βλ. ληγμένος, μαζεύω/παίρνω τα μπογαλάκια μου βλ. μπογαλάκι, μας πήρε το κεφάλι βλ. κεφάλι, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ.
Σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώριζαν επισκεπτόταν συχνότερα δύο συγκεκριμένα πρακτορεία - Ελέγχεται όπως αποκάλυψε το ΘΕΜΑ για ξέπλυμα μαύρου χρήματος και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης
νύχτα, με παίρνει από κάτω/αποκάτω βλ. κάτω, με παίρνει η μπάλα βλ. μπάλα, με παίρνουν τα ζουμιά βλ. ζουμί, με πήραν τα αίματα βλ. αίμα, με πήραν τα δάκρυα/κλάματα βλ.
Βγάλτε τον εντυπωσιακό εαυτό σας στο καζίνο
δάκρυ, με πήραν τα σιρόπια βλ. σιρόπι, με πήραν τα σκάγια βλ. σκάγι, με πήρε το ποτάμι βλ. ποτάμι, με πιάνει/με παίρνει το παράπονο βλ. παράπονο, μου παίρνει/ζαλίζει τ' αυτιά βλ. ύπνος [< μεσν. (ουδ.) {παιχνιδ-ιού -ιών} & (σπάν.-προφ.) παιγνίδι 1. αντικείμενο, κατασκευή που απευθύνεται κυρ. σε μικρά παιδιά, με σκοπό τη διασκέδασή τους: εκπαιδευτικά/ηχητικά/μηχανικά/μουσικά/ξύλινα ~ια. Επιτραπέζια ~ια (βλ. γκρινιάρης, μονόπολη, παζλ, σκραμπλ). Βλ. αεροπλαν-, αλογ-, αυτοκινητ-άκι, κούκλα, μπάλα. Τα ~ια της παιδικής χαράς (βλ. τραμπάλα, τσουλήθρα)/του λούνα παρκ (βλ. καρουσέλ). βασίζεται σε κανόνες, με σκοπό την ψυχαγωγία ή/και την ανάδειξη νικητή, σε περιπτώσεις που απαιτούνται δύο ή περισσότεροι παίκτες: αθλητικό/διασκεδαστικό ~. Ατομικά/ομαδικά παιδικά (βλ. αμπάριζα, κορόιδο, κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό, μήλα, τυφλόμυγα)/επιστημονικά/κοινωνικά/πνευματικά (βλ.
| Ελληνική ονομασία | Αγγλική ονομασία | Τύπος πυρήνα | Χρώμα |
|---|---|---|---|
| Ροδάκινο | Peach | Μονόπυρηνος | Κίτρινο/Ροζ |
| Δαμάσκηνο | Plum | Μονόπυρηνος | Μωβ/Κόκκινο/Κίτρινο |
| Νεκταρίνα | Nectarine | Μονόπυρηνος | Κίτρινο/Κόκκινο |
| Βερίκοκο | Apricot | Μονόπυρηνος | Πορτοκαλί/Κίτρινο |
αίνιγμα, γρίφος, κουίζ, μπριτζ, σταυρόλεξο) ~ια. ~ λογικής (βλ. σουντόκου)/μνήμης (βλ. γιάντες)/στρατηγικής (βλ. ναυμαχία, ντάμα, σκάκι, τάβλι)/υπαίθρου/φαντασίας. (μτφ.) κάτι που θεωρείται εξαιρετικά εύκολο: Οι ασκήσεις τού φάνηκαν ~.5. (μτφ.) πρόσωπο που το κάνει κάποιος ό,τι θέλει ή κάτι που δεν το παίρνει στα σοβαρά: Δεν είμαι ~ στα χέρια σου (πβ. (μτφ.) κόλπο, τέχνασμα: βρόμικα/επικίνδυνα/κομματικά/πολιτικά/προεκλογικά/σκοτεινά/ύποπτα ~ια. Τα ~ια της διαδοχής/της εξουσίας/της τύχης (πβ. αυτά που παίζονται με τη χρήση ηλεκτρονικής συσκευής· συνεκδ. κατάστημα ή χώρος με τα συγκεκριμένα παιχνίδια. 1975] , θεατρικό/δραματικό παιχνίδι: θεατρική δραστηριότητα, συχνά στο πλαίσιο της σχολικής διαδικασίας, με παιδαγωγικούς σκοπούς: δάσκαλος/εργαστήριο ~ού ~ιού. ψυχόδραμα., παιχνίδι ρόλων στο οποίο οι παίκτες υποδύονται 1. ρόλους στο πλαίσιο συγκεκριμένης κατάστασης ή σεναρίου, κυρ. 2. χαρακτήρες και εμπλέκονται σε φανταστικές περιπέτειες. 1: role play 2: role playing game, 1976] , σκληρό παιχνίδι 1. αθλητικός αγώνας που χαρακτηρίζεται από δυναμικό ή/και βίαιο παίξιμο.2. (μτφ.) παρασκηνιακές, προκλητικές ή υπονομευτικές ενέργειες σε βάρος κάποιου: Σε ~ ~ εξελίσσεται η εκλογή του νέου προέδρου. (κατ' επέκτ.) Η μοίρα/τύχη τού έπαιξε ~ ~ (: του συνέβη κάτι πολύ δυσάρεστο)., τεχνικό παιχνίδι: που σε αυτό παίζει ρόλο κυρ. η διανοητική ικανότητα του παίκτη: Το μπιλιάρδο είναι ~ ~., τυχερά παιχνίδια & παιχνίδια τύχης: που το αποτέλεσμά τους εξαρτάται αποκλειστικά ή κυρίως από την τύχη: cas ηλικία οριο καζινο παιχνίδια της τράπουλας (= χαρτοπαίγνια) και άλλα ~ ~. Βλ. κίνο, λαχείο, λόττο, μπαρμπούτι, μπίνγκο, παπάς, προπό, πρότο, ρουλέτα, φρουτάκια. jeux de hasard] , αγώνας/παιχνίδι νοκ άουτ βλ. νοκ άουτ, ανοιχτό παιχνίδι βλ. ανοιχτός, κλειστό παιχνίδι βλ. κλειστός, κονσόλα παιχνιδιών βλ. κονσόλα, παιχνίδι κέντρου βλ. κέντρο ● ΦΡ. : βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι & μπαίνω στο παιχνίδι: προσκαλώ κάποιον ή συμμετέχω ο ίδιος σε παιχνίδι και κατ' επέκτ. δραστηριότητα ή κόλπο: Εκπομπή που βάζει ~ και τους θεατές. Όταν μπαίνει ~ ο ανταγωνισμός, ξεχνάμε την αλληλεγγύη. βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι στο κόλπο, μπαίνω στον χορό., βγάζω/αφήνω (κάποιον) (έξω) από το παιχνίδι & βγαίνω/είμαι/μένω (έξω) από το παιχνίδι: αποκλείω κάποιον από παιχνίδι και κατ' επέκτ. από δραστηριότητα, κόλπο ή δεν συμμετέχω (πια) σε αυτό: Ο διαιτητής έβγαλε τον παίκτη από ~ ~ (: τον απέβαλε). Δεν έχω ιδέα· είμαι/έχω μείνει έξω ~ ~., κάνω παιχνίδι (προφ.)1. εκδηλώνω οργανωμένη επίθεση: ~ει ~ από τα άκρα. Οι αντίπαλοι έπαιξαν πολύ καλά και δεν μας άφησαν να ~ουμε ~.2. (μτφ.) δραστηριοποιούμαι και έχω τον έλεγχο σε κάποιον τομέα: Ο επιχειρηματικός κολοσσός που ~ει ~ στη Μέση Ανατολή.3. (μτφ.) ερωτοτροπώ., μοιράζω το παιχνίδι: οργανώνω δραστηριότητα: (ΑΘΛ.) Παίρνει την πρώτη μπαλιά και ~ει ~. (μτφ.) Η κυβέρνηση επιχειρεί να μοιράσει ~., παίζει διπλό παιχνίδι (μτφ. ): συνεργάζεται παρασκηνιακά και με τις δύο αντιτιθέμενες πλευρές. παίζει σε δύο/διπλό/πολλά ταμπλό., παίζει παιχνίδια (μτφ.-προφ. ): μηχανορραφεί, προβαίνει σε δόλιες πράξεις: ~ουν ~ εις βάρος μας/σε βάρος των καταναλωτών. Δεν μπορείτε να ~ετε ~ στην πλάτη της χώρας. Παίζονται περίεργα ~ πίσω από την πλάτη του., παίζω άσχημο παιχνίδι σε κάποιον (προφ. ): εξαπατώ, βλάπτω: Η κλήρωση/η μοίρα/η τύχη τού έπαιξε ~ ~., παίζω το παιχνίδι του (μτφ.-προφ. ): με τη στάση μου εξυπηρετώ τα συμφέροντα κάποιου: Μην παίζεις ~ ~ τους! παίζω το χαρτί του .. (2), παιχνίδι με τις λέξεις 1. προσπάθεια υπεκφυγής ή αποπροσανατολισμού με εκμετάλλευση κυρ. 2. χρήση ομόηχων, πολύσημων λέξεων, αναγραμματισμών για υφολογικούς, παιδαγωγικούς ή ψυχαγωγικούς σκοπούς., το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι (μτφ. ): μεθοδική και αγωνιώδης καταδίωξη μέχρι την τελική εξολόθρευση του πιο αδύναμου: ~ ~ ανάμεσα στην Αστυνομία και τους ληστές., χάνω το παιχνίδι (μτφ.-προφ. ): χάνω τον έλεγχο, αποτυγχάνω: Μην αγχωθείς, γιατί το έχασες το ~. Το παιχνίδι έχει χαθεί., γυρίζω το παιχνίδι & το παιχνίδι γυρίζει βλ. γυρίζω, έσωσε την παρτίδα/το παιχνίδι βλ. σώζω, οι κανόνες του παιχνιδιού βλ. κανόνας, παίζω καθαρό παιχνίδι/καθαρά βλ. καθαρός, παίζω το παιχνίδι μου βλ. παίζω, παιχνίδι της μοίρας βλ. μοίρα, στο χαμηλό παιχνίδι βλ. χαμηλός, στο ψηλό παιχνίδι βλ.
Τοπικά τζάκποτ στα φρουτακια – Πως να τα εκμεταλλευτείτε
δρόμος, δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή βλ. ψυχή, εκεί που μας χρωστούσαν/χρωστάγανε (μας πήραν και το βόδι) βλ. χρωστώ, έχει πάρει (ή αναλάβει) εργολαβία/εργολαβικά βλ. εργολαβία, έχει πάρει/πήρε (πολύ) αέρα βλ. αέρας, έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα βλ.
Τι είναι τα νομίσματα στα φρουτάκια;
αέρας, θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες βλ. ώρα, κάτι πήρε/έπιασε τ' αυτί μου βλ. αυτί, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, κι όποιον πάρει ο χάρος! βλ.
Το Smash Bonus (το μπόνους της καταστροφής)
χάρος, κυνηγάω/παίρνω κάποιον με το σκουπόξυλο βλ. σκουπόξυλο, λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά βλ. οστό, λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι βλ. μέρος, λαμβάνω/παίρνω μέτρα βλ. μέτρο, λαμβάνω/παίρνω τα μέτρα μου βλ. ψηλός, το χοντραίνω (το παιχνίδι)/το παιχνίδι χοντραίνει βλ. χοντραίνω [< μεσν. η μεγαλύτερη χριστιανική γιορτή σε ανάμνηση της Ανάστασης του Χριστού, η οποία γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία, η Κυριακή του Πάσχα· συνεκδ.
- zuletzt aktualisiert am
- 26. März 2026
Herausgeber
Verein Permakultur-Landwirtschaft und Hochschule für Agrar-, Forst- und Lebensmittelwissenschaften HAFL
Postadresse:
Verein Permakultur-Landwirtschaft
8000 Zürich
Redaktion
Kompetenzplattform Permakultur-Landwirtschaft
Kommunikation
[email protected]
Technik
Kompetenzplattform Permakultur-Landwirtschaft
Technik
[email protected]
Vorstand
- Etel Keller
- Hans Ramseier
- Melanie Alder
- Selina Lucarelli
Projektleitung
Adrian Reutimann
[email protected]
Zweck
Der Verein Permakultur-Landwirtschaft verfolgt gemeinnützige Ziele. Der Verein widmet sich in uneigennütziger Weise der Förderung der Permakultur in der Landwirtschaft. Sein ideeller Charakter wurde in der Verfügung des kantonalen Steueramts Zürich 17/10066 vom 10.02.2017 durch Steuerbefreiung anerkannt.
Die Kompetenzplattform dient generell als Ansprech- und Koordinationsstelle in der Schnittstelle zwischen wissenschaftlicher Forschung, Beratung und Umsetzung von Permakultur-Massnahmen auf Landwirtschaftsbetrieben.
Bankkonto
Alternative Bank Schweiz ABS
IBAN CH78 0839 0034 0936 1000 0
Postadresse Verein:
Permakultur-Landwirtschaft
CH-8000 Zürich